Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Σε εσένα


Μου είπαν οτι στην αρχή δε με ήθελες, φοβόσουν τη διαδικασία, την προσμονή, αυτή που δεν ξέρεις αν θα έχει το καλό αποτέλεσμα που θες, το είχε παρόλα αυτά. Με αγάπησες το ξέρω, το ένοιωσα, κάποιες φορές περισσότερο κάποιες άλλες λιγότερο, όπως και εγώ.
Με δηλητηρίασαν αρκετές φορές, με έστρεψαν εναντίον σου άλλες τόσες, ήμουν μικρή δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα, έπρεπε παρόλα αυτά να σε μάθω, να προσπαθήσω να σε καταλάβω, δεν το έκανα, ούτε αργότερα που είχα το μυαλό, που μπορούσα να σκεφτώ δεν το έκανα.
Εσύ αποφάσισες να μείνεις αμέτοχος παρέδωσες νωρίς πνεύμα και σώμα σε άλλους, σε αυτούς που δε σε αγάπησαν ή ίσως σε αγάπησαν κάποια στιγμή αλλά ποτέ δε σε κατάλαβαν, ναι αυτό είναι, ποτέ δε σε κατάλαβαν πραγματικά. Δεν το ήθελες, δεν το ήθελαν και οι άλλοι και τελικά δε συνέβη, αυτό είναι το λυπηρό.
Σου πήρε αρκετό χρόνο για να φύγεις εντελώς ίσως ο αποχαιρετισμός δε σου ήταν εύκολος ή πάλι ήξερες τι θα αφήσεις πίσω σου και για αυτό το καθυστέρησες όσο δεν έπαιρνε. Βλέπεις ακόμα και σε αυτή την κατάσταση η παρουσία σου ήταν σημαντική δεν θα μάθεις ποτέ πόσο καταλυτική υπήρξε για τους υπόλοιπους που άφησες πίσω σου. Το μετά ήταν δύσκολο, πολύ δύσκολο και κάποιες φορές ενοχικά ανακουφιστικό.
***
Ήταν Κυριακή βραδάκι είχα φορέσει το κατάλευκο φουστάνι μου που έκανε μπαλού κάτω (έτσι το λένε νομίζω), τα μαλλιά, μετά από μεγάλο καυγά, κατάφερα να τα αφήσω λυτά, κυματιστά, ονειρευόμουν τη στιγμή που θα τα έπαιρνε ο αέρας στο γυαλό. Με είδες, μου είπες πόσο όμορφη ήμουν, σαν νύφη, άλλωστε δε θα με δεις έτσι, με πήρες απο το χέρι και φύγαμε, οι δυο μας, ήταν η νύχτα μας. Κάθε χρόνο αυτή η νύχτα ήταν δική μας.
Η τελευταία βραδιά της ναυτικής εβδομάδας και στο λιμάνι είχε πανηγύρι, με πλανόδιους πωλητές που είχαν έρθει μόνο για αυτή τη βραδιά να πουλήσουν τα κάθε λογής και εποχής εμπορεύματα τους, φωσφορίζοντα γιογιό θυμάμαι, αυτά μου έκαναν εντύπωση και οι πολύχρωμες σβούρες που φώτιζαν και σε ζάλιζαν. Δεν ήθελα τίποτα, μου έφταναν τα βεγγαλικά που έκαναν τη νύχτα- μέρα, η μουσική που έβγαινε απο τα φωτισμένα πλοία και εσένα που με κρατούσες από το χέρι.
Συνήθως προχώραγες αρκετά βήματα μπροστά και πασχίζαμε να σε προλάβουμε όχι όμως αυτή τη βραδιά, αυτή τη φορά πήγαινες με το δικό μου ρυθμό δίπλα μου, συνήθως σταμάταγες να μιλήσεις στους γνωστούς που συναντούσες, όχι αυτή τη βραδιά, αυτή τη φορά χαιρετούσες απλά και σφίγγοντας μου το χερί προχωρούσαμε προς τα φωτισμένα καράβια, προς τη μουσική και τα βεγγαλικά.
***
Αυτή τη βραδιά θυμάμαι πιο έντονα, ήταν και η τελευταία φορά που τη ζήσαμε, απο όλα όσα κάναμε μαζί και ήταν πολλά ευτυχώς.
Σήμερα στο δρόμο καθώς προχωρούσα αισθάνθηκα ένα σφίξιμο στο χέρι, χωρίς λόγο, χωρίς κάποιο άλλο χέρι να με πιέζει και μου ήρθε αυτόματα αυτή η βραδιά στο νου , νόμιζα οτι είχα αρχίσει να ξεχνάω αλλά ευτυχώς όχι.

Σου άρεσε αυτό καλά θυμάμαι ε;